Εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ κανόνος τῶν μοναχῶν τῆς Ὄπτινα

Ὑπεραγία Θεοτόκε, διὰ τῶν ἁγίων καὶ παντοδυνάμων πρεσβειῶν σου, ἀποδίωξον ἀπ᾿ ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ καὶ ἀχρείου ἱκέτου σου τὴν ἀπελπισίαν, ἀκηδίαν, ἀπροσεξίαν καὶ κάθε πονηρόν, ἀκάθαρτον καὶ βλάσφημον λογισμόν, προερχόμενον ἐκ τῆς ἀθλίας μου καρδίας καὶ τοῦ ἐσκοτισμένου μου νοός. Σβέσον τὰς ὁρμὰς τῶν παθῶν ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ καὶ ἐλεεινοῦ, ἐλευθέρωσόν με ἐκ τῆς σκληροκαρδίας μου καὶ ῥῦσαί με ἀπὸ κάθε πονηρὰν πρᾶξιν. Ὅτι εὐλογημένη εἶ ἐν πάσαις ταῖς γενεαῖς καὶ δεδοξασμένον τὸ πανάγιον ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Καθημερινὴ Προσευχή

Κύριε, βοήθησέ με ν᾿ ἀντιμετωπίσω με ψυχικὴ γαλήνη ὅλα, ὅσα θὰ μοῦ φέρει ἡ σημερινὴ ἡμέρα.
Βοήθησέ με να παραδοθῶ ὁλοκληρωτικὰ στὸ ἅγιο θέλημά Σου.
Στὴν κάθε ὥρα τῆς ἡμέρας φώτιζέ με καὶ δυνάμωνέ με για τὸ κάθε τί.
Ὅποιες εἰδήσεις κι ἂν λάβω σήμερα, δίδαξέ με να τὶς δεχθῶ με ἠρεμία καὶ με τὴν ἀκλονήτη πεποίθηση ὅτι τίποτε δὲν συμβαίνει, χωρὶς να τὸ ἐπιτρέψεις Ἐσύ.
Καθοδήγησε τὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μου σὲ ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια.
Στὶς ἀπρόοπτες περιστάσεις μὴ μὲ ἀφήσεις να ξεχάσω ὅτι ὅλα παραχωροῦνται ἀπὸ Σένα.
Δίδαξέ με να συμπεριφέρομαι σε κάθε μέλος τῆς οἰκογένειάς μου καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μου με εὐθύτητα καὶ συνέση, ὥστε να μὴ συγχύσω καὶ στενοχωρήσω κανένα.
Κύριε, δός μου τὴ δύναμη νὰ ὑποφέρω τὸν κόπο καὶ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ἡμέρας αὐτῆς, σὲ ὅλη τὴ διάρκειά της.
Καθοδήγησε τὴ θέλησή μου καὶ δίδαξέ με να προσεύχομαι, νὰ πιστεύω, νὰ ὑπομένω, νὰ συγχωρῶ καὶ ν᾿ ἀγαπῶ. Ἀμήν.

Μυστικὴ Προσευχή

Ἔλα, τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ἔλα, ἡ αἰώνια ζωή,
ἔλα, τὸ ἀπόκρυφο μυστήριο, ὁ ἀνώνυμος θησαυρός,
τὸ ἀνεκφώνητο πρᾶγμα, τὸ ἀκατανόητο πρόσωπο,
ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, τὸ ἀνέσπερο φῶς,
ἔλα, ἡ ἀληθινὴ προσδοκία αὐτῶν ποὺ μέλλουν νὰ σωθοῦν.

Ἔλα, τῶν πεσμένων ἡ ἔγερση,
ἔλα, τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάσταση.
Ἔλα, Δυνατέ, ποὺ δημιουργεῖς, μεταπλάθεις
κι ἀλλοιώνεις τὰ πάντα μὲ μόνη τὴ θέλησή σου!

Ἔλα, ἀόρατε, ἀνέγγιχτε κι ἀψηλάφητε.
Ἔλα, σὺ ποὺ μένεις πάντα ἀμετακίνητος,
μὰ κάθε στιγμὴ μετακινεῖσαι ὁλόκληρος,
γιὰ νὰ ΄ρθεις σέ μας, ποὺ κειτόμαστε στὸν ᾅδη,
ὁ ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν.

Ἔλα, πολυπόθητο καὶ πολυθρύλητο ὄνομα,
ποὺ ὅμως ἀδυνατοῦμε νὰ περιγράψουμε τί ἤσουν ἀκριβῶς,
ἢ νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία καὶ τὶς ἰδιότητές σου.

Ἔλα, παντοτινὴ χαρά, ἔλα, ἁμαράντινο στεφάνι,
ἔλα, πορφύρα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ βασιλιά μας.

Ἔλα, κρυστάλλινη ζώνη διαμαντοστόλιστη,
ἔλα, ἀπλησίαστο ὑπόδημα,
ἔλα βασιλικὴ ἁλουργίδα
κι ὄντως αὐτοκρατορικὴ δεξιά!

Ἔλα, σὺ ποὺ πόθησε καὶ ποθεῖ ἡ ταλαίπωρή μου ψυχή,
ἔλα, σὺ ὁ Μόνος πρὸς ἐμένα τὸν μόνο γιατί,
καθὼς βλέπεις εἶμαι μόνος!...

Ἔλα, σὺ ποὺ μὲ ξεχώρισες ἀπ᾿ ὅλα
καὶ μ᾿ ἔκανες μοναδικὸ πάνω στὴ γῆ.
Ἔλα, σὺ ποὺ ἔγινες ὁ πόθος τῆς ψυχῆς μου
καὶ μ᾿ ἀξίωσες νὰ σὲ ποθήσω τὸν ἀπρόσιτο παντελῶς!

Ἔλα, πνοή μου καὶ ζωή, ἔλα τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς παρηγοριά,
ἔλα, χαρὰ καὶ δόξα μου κι᾿ ἀτέλειωτη τρυφή.

Εὐχαριστία

Σ᾿ εὐχαριστῶ, ποὺ ἔγινες ἕνα πνεῦμα μαζί μου
ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως κι ἀναλλοιώτως,
Θεὲ τοῦ παντός, κι᾿ ἔγινες γιὰ χάρη μου τὰ πάντα σὲ ὅλα:

Τροφὴ ἀνεκλάλητη ποὺ ποτὲ δὲν τελειώνει,
ποὺ ξεχύνεται ἀκατάπαυστα ἀπὸ τῆς ψυχῆς μου τὰ χείλη
καὶ πλούσια ἀναβλύζει ἀπ᾿ τὴν πηγὴ τῆς καρδιᾶς μου.

Ἔνδυμα, ποὺ ἀστράφτει καὶ καταφλέγει τοὺς δαίμονες.
κάθαρση, ποὺ μὲ πλένεις μὲ τ᾿ ἄφθαρτα κι᾿ ἅγια δάκρυα
ποὺ ἡ παρουσία σου χαρίζει σ᾿ ὅσους ἐπισκεφθεῖς.

Σ᾿ εὐχαριστῶ, γιατὶ γιὰ χάρη μου ἔγινες ἀνέσπερο φῶς
καὶ ἥλιος ἀβασίλευτος, ποὺ δὲν ἔχεις ποὺ νὰ κρυφτεῖς,
ἀφοῦ γεμίζεις μὲ τὴ δόξα σου τὰ σύμπαντα.

Ποτὲ δὲν κρύφτηκες ἀπὸ κανένα ἀλλ᾿ ἐμεῖς κρυβόμαστε
πάντοτε ἀπὸ σένα, μὴ θέλοντας νἀρθοῦμε κοντά σου.

Μὰ ποὺ νὰ κρυφτεῖς ἀφοῦ πουθενὰ δὲν ὑπάρχει τόπος γιὰ τὴν κατάπαυσή σου;
Καὶ γιατί νὰ κρυφτεῖς ἐσὺ ποὺ δὲν ἀποστρέφεσαι κανένα οὔτε κανένα ντρέπεσαι;

Καὶ τώρα, σὲ ἱκετεύω, Δέσποτά μου,
ἔλα νὰ στήσεις τὴ σκηνή σου στὴν καρδιά μου,
νὰ κατοικήσεις καὶ νὰ μείνεις ἐντός μου
ἀχώριστος κι ἑνωμένος μέχρι τέλους μὲ μένα τὸν δοῦλο σου,
ἀγαθέ, γιὰ νὰ βρεθῶ κι᾿ ἐγὼ στὴν ἔξοδό μου κι ἔπειτα ἀπ᾿ αὐτὴν
στοὺς αἰῶνες κοντά σου Ἀγαπημένε, καὶ νὰ βασιλέψω μαζί σου
Θεὲ τοῦ παντός!

Ἱκεσία

Μεῖνε, Κύριε, καὶ μὴ μ᾿ ἀφήσεις μόνο.
Θέλω, ὅταν ἔρθουν οἱ ἐχθροί μου,
ποὺ ζητοῦν νὰ καταπιοῦν τὴν ψυχή μου,
νὰ σὲ βροῦν μέσα μου, καὶ νὰ φύγουν γιὰ πάντα,
γιὰ νὰ μὴ μπορέσουν ξανὰ νὰ μὲ βλάψουν βλέποντάς σε
τὸν ἰσχυρότερο πάντων νὰ κάθεσαι στὸν οἶκο τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς.

Ναί, Δέσποτα, ὅπως μὲ θυμήθηκες ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο
καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω μὲ διάλεξες ἐσύ,
μὲ χώρισες ἀπ᾿ τὸν κόσμο καὶ μ᾿ ἔκανες κοινωνὸ τῆς θείας σου δόξης,
ἔτσι καὶ τώρα φύλαξε μὲ πάντοτε σταθερὸ
κι ἀμετακίνητο στὴν ἐνοίκησή σου ἐντός μου.

Βλέποντας σὲ ἀδιάκοπα ἐγὼ ὁ νεκρὸς θ΄ἀνασταίνομαι καὶ θὰ ζῶ,
ἔχοντας σὲ ἐγὼ ὁ φτωχὸς θὰ πλουτίζω διαρκῶς
καὶ θὰ γίνω πλουσιότερος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς βασιλιάδες.
καὶ θὰ σὲ τρώγω καὶ θὰ σὲ πίνω καὶ θὰ σὲ ντύνομαι κάθε ὥρα,
ὥστε νὰ ζῶ καὶ τώρα καὶ πάντα ἐντρυφώντας σὲ ἀνεκλάλητα ἀγαθά.

Γιατί ἐσὺ εἶσαι κάθε ἀγαθὸ καὶ κάθε δόξα καὶ κάθε τρυφὴ
καὶ σὲ σένα πρέπει ἡ δόξα στὴν Ἁγία καὶ Ὁμοούσιο καὶ Ζωοποιὸ Τριάδα,
ποὺ ὅλοι οἱ πιστοὶ τὴ σέβονται καὶ τὴ γνωρίζουν,
τὴν προσκυνοῦν καὶ τὴ λατρεύουν στὰ πρόσωπα
τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.