ΚΥΡΙΑΚΗ

Ιησού δημιουργέ του παντός, συ, που δια να χύσης και εις τα έξω την αγαθότητά σου, έκτισας κατά ταύτην την Πρώτην ημέραν, τον ουρανόν και την γην, και αυτό το πρωτόγονον φως και δια το να μην υποφέρης να βλέπεις εις την φθοράν βυθισμένην την ανθρωπότητα, την απαφθάρτισες, πρωτότοκος αναστάς των νεκρών εις την τοιαύτην ημέραν, δος και εις εμέ την χάριν σου ώστε να κάμω από τώρα αρχήν, να σε δουλεύσω εξ όλης μου της καρδίας. Ιδού οπού ωσάν ένα πρόβατον εξωρισμένον, έρχομαι εις το μανδρί σου’ καταπληγωμένος είμαι από ταις δοντιαίς οπού με έκαμεν ο νοητός λύκος. Στάξαι επάνω μου τα συνειθισμένα σου βότανα, το έλαιον, και τον οίνον, και πιστεύω ότι θέλεις το κάμει, διότι αν συ έτρεξες κουρασμένος, δια να με γυρεύης, είναι τώρα δυνατόν οπού έρχομαι θεληματικώς εις τα ποδάρια σου, να με απορρίψης; νά με εδώ κτύπησαί με, παίδευσαί με μόνο μη με αφήσης εις το εξής, να ξεστρατήσω πλέον από το μανδρί σου αλλ’ αξίωσαί με να έχω πάντα εις την ενθύμησίν μου, την υπέρσοφόν σου δημιουργίαν, με την οποίαν εις την παρούσαν με κάμνεις τόσας ευεργεσίας, και την λαμπροφόρον σου εξανάστασιν, με την οποίαν με ελύτρωσας από τον Άδην. Ναι, δημιουργέ μου, και βοσκέ μου, δια της πανάγνου και δεδοξασμένης Μητρός σου, κάνε με την χάριν αυτή.


ΔΕΥΤΕΡΑ

Ιησού Χριστέ η τρυφή των Αγγέλων, συ οπού εις την Δευτέραν ταύτην ημέραν έκτισας το στερέωμα του ουρανού, ωσάν ένα μεσότειχον των επάνω και υποκάτω τούτου υδάτων, και σκήνωμα των αστέρων σου, οπού εις τούτο ύστερον ήθελες να διορίσης, σπλαχνίσου την αθλίαν μου ψυχήν, διότι εισέβηκαν των εχθρών τα ύδατα έως εις αυτήν, και δεν δύναμαι πλέον να υποφέρω’ δείξον με άλλο στερέωμα οπού να τα διασκορπίζω, εδώ και εκεί. Με έβαλαν εις τα σκοτεινά, και εις ίσκιον θανάτου’ δείξον με άλλο σκήνωμα των φωτεινών σου χαρίτων, με την δύναμιν των οποίων, να σοι εξομολογούμαι εξ όλης μου της καρδίας, ότι εγώ είμαι ο επίορκος, εγώ ο βλάσφημος, εγώ ο υπερήφανος, εγώ ο μεγαλορρήμων, εγώ ο φθονερός, εγώ ο μνησίκακος, εγώ ο οξύλοχος, εγώ ο υβριστής, εγώ ο λαίμαργος, εγώ ο γαστρίμαργος, εγώ ο φίλοινος, εγώ ο φιλόσαρκος, εγώ ο κατήγορος, εγώ ο ψεύστης, εγώ ο φιλόνεικος, εγώ ο αργολόγος, εγώ ο ρεμβαστής, εγώ ο ανευλαβής, εγώ ο φιλάργυρος, εγώ ο άδικος, εγώ ο κλέπτης, εγώ ο άσπλαχνος, εγώ, εις κοντολογίαν, το πέλαγος των κακών. Αλλά για το άπειρόν σου έλεος συγχώρησόν μου, όχι μόνον αυτά, αλλά και όσα άλλα έκαμα, και δεν ενθυμούμαι να τα αναφέρω τώρα, είτε εν έργω, είτε εν λόγω, είτε κατά διάνοιαν, και δυνάμωσόν με, και φύλαξόν με εις το εξής να μη σε πταίσω.

Άγιοι Ταξιάρχοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, ο φύλαξ μου Άγγελος, και αι λοιπαί των Ασωμάτων Δυνάμεις, εξιλεώσατε τον Πλάστην μου, ότι εγώ όντας μισητός κοντά εις αυτόν δια τας αμαρτίας μου, δεν εισακούομαι’ σεις όμως, ως ευπαρρησίαστοι δια την καθαρότητα οπού έχετε, πιστεύω, ότι θέλετε εισακουσθή από τον κοινόν Δέσποτα. Ναι προστάται μου, ναι ευεργέται μου, κάμετέ με και αυτήν την χάριν.


ΤΡΙΤΗ

Ιησού Χριστέ, γλυκύτης του Παραδείσου, οπού κατά την Τρίτην ταύτην ημέραν, εσύναξες τα ύδατα, και έκαμες την θάλασσαν, και την ξηράν συ, οπού εις την τοιαύτην ημέραν έκαμες τα φυτά και αυτόν τον Παράδεισον, εκείνα μεν δια τα άλογα ζώα, τούτον δε δι’ εμέ και μόνον ελεημονήσου με, διότι από την μωρίαν μου τον έχασα’ ελεημονήσου με, διότι έτυχε και άλλην φοράν εις τα χέρια μου, και δεν εφάνηκα άξιος να τον βαστάξω’ μοι έτυχεν εις τα χέρια μου με το άγιόν μου Βάπτισμα, και δια τας κακίας μου, δεν εφάνηκα άξιος να τον βαστάξω’ έτυχε πάλιν εις τα χέρια μου με το αγγελικόν σου τούτο σχήμα, και δια τας κακίας μου δεν εφάνηκα άξιος να τον βαστάξω. Αχ τυφλός όπου ήμουν’ έπρεπε κάθε τι ευχαριστούμαι να χάσω, αλλ’ όχι αυτόν, διότι εκείνου η νοστιμάδα δεν είναι παρά συ, και χάνωντας εγώ σε, έχασα το παν. Αλλοίμονον εις εμέ! τί να γένω; μοι πρέπει πλέον να ευρίσκωμαι εις την ζωήν; δεν μοι πρέπει βέβαια αν δεν προλάβης να με φωτίσης, και να με δυναμώσης εις το να τον ξαναποκτήσω και με τοιαύτην ασφάλειαν, ώστε να μη τον χάσω πλέον. Βαπτιστά του Χριστού μου Ιωάννη, μεσίτευε δι’ εμέ προς αυτόν’ Στρατιώτα του μεγάλου Βασιλέως, αρμάτωσαί με με την εκείνου πανοπλίαν. Λύχνε διαυγέστατε του νοητού Ηλίου, εξάπλωσε και έως εις εμέ τας εκείνου ακτίνας. Ναι ευεργέτα μου, βοηθέ μου μη με στερήσης την τοιαύτην χάριν.


ΤΕΤΑΡΤΗ

Φωτοπάροχε Ιησού, συ οπού εις την τοιάυτην Τετάρτην ημέραν έκαμες τον Ήλιον, και την Σελήνην, και όλους τους λοιπούς αστέρας, εις χρείαν και ευφροσύνην της ανθρωπότητος συ, οπού εις τοιαύτην ημέραν εγεννήθης μεν άνθρωπος επί της γης, απεφασίσθης δε ύστερον από τους Εβραίους διαν να θανατωθής όλα αυτά καταδεξάμενος δια να σώσης εμέ τον άσωτον, μη με οργισθής δια το σκότος της διανοίας μου, μάλιστα δε και να με συμπαθήσης, και να μου ξεσκεπάσης τα ομμάτια, δια να καταλάβω τα θαυμάσια από τον νόμον σου, επειδή αυτός είναι λύχνος εις τα ποδάρια μου και φως εις την στράταν μου, οπού να κάμω το θέλημά σου το άγιον. Τώρα το εγνώρισα, πως τόσον καιρόν επεριπατούσα εις το σκότος, και ζητώντας το φως μέσα εις τούτα τα γήϊνα, περισσότερον εχωνόμην εις το σκότος, και έχασα τον τόσον πολυάκριβον καιρόν της ζωής μου.Οίμοι! τι το κακόν οπού έπαθα; οίμοι! Συ αγαπώντας με, από γεννήσεώς μου με εφώτισες με το φως της θεογνωσίας σου’ αγαπώντας με, κατέβης εις την γην και εσαρκώθης’ αγαπώντας με, και εις θάνατον ολοΰστερα κατεδικάσθης, και εγώ τετυφλωμένος και παράφρων, κανενός από αυτά δεν έλαβα αίσθησιν’ ευρίσκεται τώρα άλλη τύφλα, ωσάν την τύφλαν μου; άλλη παραφροσύνη, ωσάν την παραφροσύνη μου; συχνά μου ετέντωσες τα ομμάτια της καρδιάς να σε κυττάζω, και εγώ τόσον περισσότετον τα εσφάλιζα’ μη με συνερισθής Θεέ μου’ ιδού, γονυπετής, τεταπεινωμένος, καταπληγωμένος από την λύπην της μετανοίας, σε ζητώ έλεος. Ελέησόν με, ελέησόν με, Θεέ ελεήμον.


ΠΕΜΠΤΗ

Ζωοπάροχε Ιησού, συ, οπού εις την τοιαύτην Πέμπτην ημέραν με το πρόσταγμά σου έφερες εις το είναι από τα ύδατα όλους τους ιχθύας, και τα πετεινά του ουρανού, εις μεταχείρισιν του ανθρώπου’ συ, οπού κατά την ημέραν ταύτην, και εβαπτίσθης ως άνθρωπος, και το Μυστήριον έδειξας της ευχαριστίας, και ανελήφθης τέλος πάντων εις τους ουρανούς, όλα αυτά, δια να αποθεώσης εμέ τον αχάριστον’ γύρισε, και κύτταξε μίαν ομματιάν την ταλαιπωρίαν μου, διότι, να οπού με κανένα από αυτά οπού έκαμες δι’ εμέ δεν καλητερεύω, με κανένα δεν διορθώνομαι. Η ψυχή μου εσκληρύνθη, η καρδία μου ελιθώθη’ χιλιάκις σε υπόσχομαι να μετανοήσω, και ευθύς αλλάζω γνώμην αλλ’ ως φαίνεται, και αυταί αι υποσχέσεις είναι ψεύτικαι. Αχ, και πώς να μαλακώσω την ψυχήν μου; αχ, και πως να απαλύνω την καρδίαν μου, δια την απόλαυσιν των κτισμάτων σου; να οπού δεν φαίνομαι ευχάριστος το άγιόν σου Βάπτισμα εμόλυνα με τας κακίας μου, την θείαν σου Ευχαριστίαν’ μεταλαμβάνω χωρίς καμμίαν ευλάβειαν της εις ουρανούς σου Αναλήψεως, και του εκείθεν πάλιν ερχομού σου δια να με κρίνης, καμμίαν αίσθησιν δεν λαμβάνω’ τί θέλει να ειπή τούτο; δεν κινδυνεύει να καταντήσω, παρά εις μίνα απελπισίαν. Θεέ μου, μη με αφήσης ως τόσον. Προφθάσατε, πανάγιοι Απόστολοι σεις, οπού εγυρίσατε τόσα έθνη εις την θεογνωσίαν, με την χάριν, οπού παρά Θεού ελάβετε, μεσιτεύσατε και δι’ εμέ προς αυτόν, και χαριτώσατε και εμέ διότι δεν έχω πρόσωπον πλέον να τον παρακαλέσω, και αν εσείς δεν με γυρίσετε εις το καλήτερον, εγώ είμαι χαμένος. Ναι, γυρίσατέ με, γυρίσατέ με, ευεργέται μου.


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Εσταυρωμένε μου και ηγαπημένε Ιησού, συ, οπού εις την Έκτην ταύτην ημέραν, πρότερον μεν έφερες εις το είναι από την γην όλα τα χερσαία ζώα, ύστερον δε πάντων, έπλασας και αυτόν τον άνθρωπον’ εις τους υστερινούς δε καιρούς και αυτός σου σαρκωθείς, ανέβης κατά την τοιαύτην ημέραν επάνω εις τον Σταυρόν, δια να με ζωοποιήσης. Αν συγκρίνης, Θεέ μου, τα πάθη σου με την αναπαυτικήν και αφρόντιστον ζωήν, οπού εγώ διάγω δεν πρέπει να μισήσης εις τον κόσμον άλλον παρά εμέ, το οποίον και εγώ στοχάζομαι, αλλά να το διορθώσω δεν προθυμούμαι’ και αληθινά, όταν το στοχάζωμαι με ακρίβειαν, κινδυνεύω να χάσω τα λογικά μου. μία τόση άπειρος μεγαλειότης, εις την οποίαν έμπροσθεν με φόβον και τρόμον παραστέκουσι τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ να παθαίνη τόσα και τόσα δια την αγάπην μου, και ένας τοιούτος ουτιδανός σκώληξ, ωσάν εγώ, να μη θέλω να συμπαθώ; Θαυμάζω, πώς οι ουρανοί δεν με αστραποκαίουσι, και καλήτερα αυτοί εδώ να με παιδεύσωσι, παρά συ Δημιουργέ μου, εις την γέεναν’ διότι φοβερόν είναι να πέση τινάς εκεί εις τα χέρια σου, και είναι το χειρότερον εις εμέ οπού όχι μόνον αφρόντιστος ζω, αλλά και κάθε ώραν εις τας κακίας μου προσθέτω κακίας. Δια τούτο και με δίκαιον τρόπον απορώ αν έβγαλες και άλλο τέτοιον αχρείον πλάσμα από τα χέρια σου. Αλλά πάλιν ηξεύρωντας την ευσπλαχνίαν σου ότι είναι άπειρος, θαρρεύω ολίγον, και με στεναγμόν της καρδίας μου φωνάζω’ Ελεημονητικώτατε Κριτά μου, συγχώρησόν μου όλα τα σφάλματα, και δυνάμωσόν με να τρέχω έως τέλους εις το άγιόν σου θέλημα. Ναι Θεέ μου, ναι Ποιητά μου, δια τον Σταυρόν σου, δια τα Πάθη σου, επάκουσόν μου.


ΣΑΒΒΑΤΟ

Ιησού Χριστέ, ελευθερωτά των ανθρωπίνων ψυχών, συ οπού κατά την Εβδόμην ταύτην ημέραν και εις την δημιουργίαν σου και εις την σάρκωσίν σου ύστερον, κατέπαυσες από τα έργα σου εκεί, από του να κάμης καινούρια κτίσματα’ εδώ από του να διδάσκης, και να θαυματουργής παρρησία εις όλον τον λαόν μάλιστα εδώ, δια το να βαλθής εις τον τάφον, έπαυσες μεν απ’ αυτά οπού είπα έβγαλες όμως τας ψυχάς από τον Άδην, πηγαίνωντας με την τεθεωμένην σου ψυχήν εις αυτόν’ δια τούτο και από τότε ακόμη, και ευλογήσας και ηγιάσας την τοιαύτην ημέραν. Συ, λέγω, ο τοιούτος ευεργετικώτατος Θεάνθρωπος, ελευθέρωσον και την εδικήν μου ψυχήν από τον Άδην της αμαρτίας, διότι οι εχθροί μου με έχωσαν μέσα εις αυτόν παράκαιρα, και έβγαλέ με, δια να ιδώ το γλυκύτατον θείον σου φως, και ωσάν εις άλλον τάφον, θάψε τους πονηρούς μου διαλογισμούς, ώστε πλέον παντελώς να μην έλθουν εις τον νουν μου’ κάμε με να ιδώ εκείνο το φως, σε παρακαλώ’ κάμε, να ταφούν εκεί οι κακοί λογισμοί, σε ικετεύω, και να μη θεωρώ πάρεξ εσέ, και να μη συναναστρέφωμαι πάρεξ με εσέ, και νη μην αγαπώ πάρεξ εσέ’ διότι συ ερύσω την ψυχήν μου εξ Άδου κατωτάτου, αγκαλά και εγώ ως ανόητος, δεν σε εγνώρισα έως τώρα, και ολίγον καιρόν αν με αφήσης ακόμη, εγώ εχάθηκα, αλλοίμονον, εχάθηκα. Πρόφθασόν με Θεέ μου’ αλλά και όλους τους Χριστιανούς ζωντανούς και αποθαμμένους ως φιλάνθρωπος ελέησε, ελέησέ τους, διότι εις σε είχαν και έχουν τα θάρρη τους, καθώς και εγώ.

Σωτήρ μου Ιησού, ο τον Άσωτον σώσας, Σωτήρ μου Ιησού, ο δεξάμενος Πόρνην, καμέ νυν ελέησον, Ιησού πολυέλεε σώσον, οίκτειρον, ώ Ιησού ευεργέτα, ώσπερ ώκτειρας, τον Μανασσήν Ιησού μου, ως μόνος φιλάνθρωπος.